Βιβλία-φαντάσματα (ή Καλτ βιβλία με την-όχι-και-τόσο-καλή έννοια Νο 2)

Η μηχανογράφηση έχει εισχωρήσει σε κάθε πτυχή της ζωής μας: από τα εμπορεύματα σε κάποια επιχείρηση μέχρι τις δηλώσεις μας στην Εφορία. Απ’ αυτόν τον κανόνα δεν εξαιρούνται, φυσικά, τα βιβλία. Ειδικά με την υποχρεωτική αναγραφή του ISBN (Internation Serial Book Number, αν δεν σφάλλω) σε εμφανές σημείο του βιβλίου, η αναζήτησή του γίνεται πολύ πιο εύκολη.

Ωστόσο, υπάρχουν ορισμένα που δεν έχουν αυτόν τον αριθμό και τα οποία είναι δύσκολο να ανιχνευθούν. Τέτοια βιβλία είναι, κατά κανόνα, εκδοθέντα ιδίοις αναλώμασιν από τους συγγραφείς τους, οι οποίοι και τα διακινούν. Πώς τα διακινούν; Πολύ απλά, πηγαίνοντας οι ίδιοι από βιβλιοπωλείο σε βιβλιοπωλείο και, αν ο επιχειρηματίας ενδιαφέρεται, τα αγοράζουν (εννοείται, πάντοτε με τιμολόγια αγοράς).

Συνήθως, αυτοί οι συγγραφείς ανήκουν σε παλιότερη γενιά (συνταξιούχοι καθηγητές ή συνταξιούχοι αγωνιστές του Εμφυλίου ή απλώς συνταξιούχοι) που δεν έχουν γνώση ούτε της τεχνολογίας ούτε του σωστού συστήματος διακίνησης και κατοχύρωσης βιβλίου (το ISBN που λέγαμε…). Έτσι, μπορεί κάποιος αναγνώστης να βρει τυχαία σε κάποιο βιβλιοπωλείο ένα βιβλίο, το οποίο, όσο κι αν ψάξει αργότερα αλλού (είτε σε άλλο κατάστημα είτε στο διαδίκτυο), δεν θα το βρει.

Αυτά τα βιβλία, λοιπόν, είναι τα «βιβλία-φαντάσματα». Δηλαδή, έχουν τυπωθεί, υπάρχουν πραγματικά, οι συγγραφείς τους τα έχουν στο σπίτι τους ή σε κάποια αποθήκη και μπορεί να υπάρχουν προς πώλησιν σε βιβλιοπωλεία της γειτονιάς τους. Αλλά δεν υπάρχουν στο ευρύ εμπόριο. Ούτε στη βάση της biblionet.gr. Και, πιθανότατα, ούτε στα ηλεκτρονικά βιβλιοπωλεία. Και ίσως, πάλι, ούτε καν ως βιβλιογραφική αναφορά σε έντυπα ή ηλεκτρονικά περιοδικά ή σε ιστολόγια.

Γιατί συμβαίνει αυτό; Διότι, όπως έγραψα παραπάνω, οι συγγραφείς δεν έχουν γνώση της διακίνησης βιβλίου. Και ποια είναι αυτή; Θα σας πω ευθύς αμέσως.

Ας υποθέσουμε πως είμαι συνταξιούχος καθηγητής και έχω γράψει ένα βιβλίο. Τα βήματα που ακολουθώ είναι τα εξής: 1) Ζητώ ISBN στην Εθνική Βιβλιοθήκη 2) Αφού το παίρνω, το αναγράφω στο βιβλίο και το τυπώνω με δικά μου έξοδα σε Χ αντίτυπα. 3) Ύστερα, στέλνω ένα αντίτυπο στη διεύθυνση της biblionet και ένα ακόμη στην Εθνική Βιβλιοθήκη. 4) Κατόπιν, αφού έχω την απαλλαγή από την Εφορία λόγω ιδιότητας, πηγαίνω σε χονδρέμπορο, ο οποίος αγοράζει με ειδικά τιμολόγια αγοράς, δίνοντάς του το προσωπικό μου (όχι επαγγελματικό) ΑΦΜ . Αυτό, φυσικά, με την προϋπόθεση ότι βρίσκει ο χονδρέμπορος ενδιαφέρον το βιβλίο μου ή τον γνωρίζω προσωπικά. Το ίδιο συμβαίνει και με τα βιβλιοπωλεία στα οποία δειγματίζω το πόνημά μου. Τότε το βιβλίο μου είναι διαθέσιμο προς πώλησιν.

Δυστυχώς, όμως, οι περισσότεροι αυτοεκδοθέντες συγγραφείς δεν γνωρίζουν τη διαδικασία. Και, το σημαντικότερο, αγνοούν τα 3 πρώτα βήματα. Έτσι ώστε, ακόμη κι αν κανένα βιβλιοπωλείο δεν ενδιαφέρεται να αγοράσει τα βιβλία τους, ο οποιοσδήποτε ενδιαφερόμενος αναγνώστης (ας πούμε, οι συγγενείς και φίλοι του συγγραφέα) δεν μπορεί να τα αναζητήσει.

Συχνά έχω αναρωτηθεί αν αυτοί οι συγγραφείς δεν ενδιαφέρονται πραγματικά να πουλήσουν τα αντίτυπά τους. Είναι, άραγε, τόσο ερασιτέχνες (με την πρωτότυπη έννοια) ώστε τους αρκεί να δουν το πόνημά τους τυπωμένο, ακόμη κι αν είναι άθλιο αισθητικά; Ή έχουν τόσο μεγάλη ιδέα για τον εαυτό τους ώστε πιστεύουν ότι, άπαξ και τυπώσουν το πόνημά τους, σύμπαν το αναγνωστικό κοινό θα σπεύσει να το αναζητήσει; Ή ίσως, πάλι, αγανάκτησαν από την αδιαφορία ή απόρριψη από εκδοτικούς οίκους, χονδρεμπόρους και βιβλιοπώλες και απογοητεύτηκαν; Ειλικρινά, δεν ξέρω να απαντήσω. Και, το κυριώτερο, δεν με ενδιαφέρει να ρωτήσω αυτούς τους λίγους που γνωρίζω. Ίσως επειδή έχω μπει κι εγώ ο ίδιος στην διαδικασία να τους περιθωριοποιήσω και να τους θεωρήσω συλλήβδην «ψώνια».

Αλλ’ αυτό είναι μια άλλη ιστορία.

Advertisements

2 Σχόλια to “Βιβλία-φαντάσματα (ή Καλτ βιβλία με την-όχι-και-τόσο-καλή έννοια Νο 2)”

  1. ΚΑΡΑΓΙΑΝΝΗΣ ΓΙΑΝΝΗΣ Says:

    Συμφωνώ απόλυτα σε όσα γράφετε. Με την ευκαιρία όμως θα ήθελα να σας ρωτήσω πως ένας καθηγητής δημόσιας εκπαίδευσης μπορεί να αυτοεκδόσει βιβλία και εννοώ με την εφορία.

    • Δυστυχώς, αγαπητέ μου, δε γνωρίζω πώς ακριβώς γίνεται αυτό. Θα πρέπει, πάντως, ο ενδιαφερόμενος να απευθυνθεί στην ΔΟΥ στην οποία ανήκει και να ρωτήσει κάποιον υπάλληλο να του πει. Ίσως χρειάζεται κάποια έγγραφη απαλλαγή, την οποία πιθανώς θα πρέπει να επιδεικνύει σε κάθε ζήτηση.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: