Archive for the Καλτ βιβλία (με την όχι και τόσ Category

Βιβλία-φαντάσματα (ή Καλτ βιβλία με την-όχι-και-τόσο-καλή έννοια Νο 2)

Posted in Καλτ βιβλία (με την όχι και τόσ on Απρίλιος 18, 2009 by Π. Μ. Ζερβός

Η μηχανογράφηση έχει εισχωρήσει σε κάθε πτυχή της ζωής μας: από τα εμπορεύματα σε κάποια επιχείρηση μέχρι τις δηλώσεις μας στην Εφορία. Απ’ αυτόν τον κανόνα δεν εξαιρούνται, φυσικά, τα βιβλία. Ειδικά με την υποχρεωτική αναγραφή του ISBN (Internation Serial Book Number, αν δεν σφάλλω) σε εμφανές σημείο του βιβλίου, η αναζήτησή του γίνεται πολύ πιο εύκολη.

Ωστόσο, υπάρχουν ορισμένα που δεν έχουν αυτόν τον αριθμό και τα οποία είναι δύσκολο να ανιχνευθούν. Τέτοια βιβλία είναι, κατά κανόνα, εκδοθέντα ιδίοις αναλώμασιν από τους συγγραφείς τους, οι οποίοι και τα διακινούν. Πώς τα διακινούν; Πολύ απλά, πηγαίνοντας οι ίδιοι από βιβλιοπωλείο σε βιβλιοπωλείο και, αν ο επιχειρηματίας ενδιαφέρεται, τα αγοράζουν (εννοείται, πάντοτε με τιμολόγια αγοράς).

Συνήθως, αυτοί οι συγγραφείς ανήκουν σε παλιότερη γενιά (συνταξιούχοι καθηγητές ή συνταξιούχοι αγωνιστές του Εμφυλίου ή απλώς συνταξιούχοι) που δεν έχουν γνώση ούτε της τεχνολογίας ούτε του σωστού συστήματος διακίνησης και κατοχύρωσης βιβλίου (το ISBN που λέγαμε…). Έτσι, μπορεί κάποιος αναγνώστης να βρει τυχαία σε κάποιο βιβλιοπωλείο ένα βιβλίο, το οποίο, όσο κι αν ψάξει αργότερα αλλού (είτε σε άλλο κατάστημα είτε στο διαδίκτυο), δεν θα το βρει.

Αυτά τα βιβλία, λοιπόν, είναι τα «βιβλία-φαντάσματα». Δηλαδή, έχουν τυπωθεί, υπάρχουν πραγματικά, οι συγγραφείς τους τα έχουν στο σπίτι τους ή σε κάποια αποθήκη και μπορεί να υπάρχουν προς πώλησιν σε βιβλιοπωλεία της γειτονιάς τους. Αλλά δεν υπάρχουν στο ευρύ εμπόριο. Ούτε στη βάση της biblionet.gr. Και, πιθανότατα, ούτε στα ηλεκτρονικά βιβλιοπωλεία. Και ίσως, πάλι, ούτε καν ως βιβλιογραφική αναφορά σε έντυπα ή ηλεκτρονικά περιοδικά ή σε ιστολόγια.

Γιατί συμβαίνει αυτό; Διότι, όπως έγραψα παραπάνω, οι συγγραφείς δεν έχουν γνώση της διακίνησης βιβλίου. Και ποια είναι αυτή; Θα σας πω ευθύς αμέσως.

Ας υποθέσουμε πως είμαι συνταξιούχος καθηγητής και έχω γράψει ένα βιβλίο. Τα βήματα που ακολουθώ είναι τα εξής: 1) Ζητώ ISBN στην Εθνική Βιβλιοθήκη 2) Αφού το παίρνω, το αναγράφω στο βιβλίο και το τυπώνω με δικά μου έξοδα σε Χ αντίτυπα. 3) Ύστερα, στέλνω ένα αντίτυπο στη διεύθυνση της biblionet και ένα ακόμη στην Εθνική Βιβλιοθήκη. 4) Κατόπιν, αφού έχω την απαλλαγή από την Εφορία λόγω ιδιότητας, πηγαίνω σε χονδρέμπορο, ο οποίος αγοράζει με ειδικά τιμολόγια αγοράς, δίνοντάς του το προσωπικό μου (όχι επαγγελματικό) ΑΦΜ . Αυτό, φυσικά, με την προϋπόθεση ότι βρίσκει ο χονδρέμπορος ενδιαφέρον το βιβλίο μου ή τον γνωρίζω προσωπικά. Το ίδιο συμβαίνει και με τα βιβλιοπωλεία στα οποία δειγματίζω το πόνημά μου. Τότε το βιβλίο μου είναι διαθέσιμο προς πώλησιν.

Δυστυχώς, όμως, οι περισσότεροι αυτοεκδοθέντες συγγραφείς δεν γνωρίζουν τη διαδικασία. Και, το σημαντικότερο, αγνοούν τα 3 πρώτα βήματα. Έτσι ώστε, ακόμη κι αν κανένα βιβλιοπωλείο δεν ενδιαφέρεται να αγοράσει τα βιβλία τους, ο οποιοσδήποτε ενδιαφερόμενος αναγνώστης (ας πούμε, οι συγγενείς και φίλοι του συγγραφέα) δεν μπορεί να τα αναζητήσει.

Συχνά έχω αναρωτηθεί αν αυτοί οι συγγραφείς δεν ενδιαφέρονται πραγματικά να πουλήσουν τα αντίτυπά τους. Είναι, άραγε, τόσο ερασιτέχνες (με την πρωτότυπη έννοια) ώστε τους αρκεί να δουν το πόνημά τους τυπωμένο, ακόμη κι αν είναι άθλιο αισθητικά; Ή έχουν τόσο μεγάλη ιδέα για τον εαυτό τους ώστε πιστεύουν ότι, άπαξ και τυπώσουν το πόνημά τους, σύμπαν το αναγνωστικό κοινό θα σπεύσει να το αναζητήσει; Ή ίσως, πάλι, αγανάκτησαν από την αδιαφορία ή απόρριψη από εκδοτικούς οίκους, χονδρεμπόρους και βιβλιοπώλες και απογοητεύτηκαν; Ειλικρινά, δεν ξέρω να απαντήσω. Και, το κυριώτερο, δεν με ενδιαφέρει να ρωτήσω αυτούς τους λίγους που γνωρίζω. Ίσως επειδή έχω μπει κι εγώ ο ίδιος στην διαδικασία να τους περιθωριοποιήσω και να τους θεωρήσω συλλήβδην «ψώνια».

Αλλ’ αυτό είναι μια άλλη ιστορία.

Advertisements

Κάλτ βιβλία (με την όχι και τόσο καλή έννοια)

Posted in Καλτ βιβλία (με την όχι και τόσ on Δεκέμβριος 25, 2008 by Π. Μ. Ζερβός

Όταν ξεκίνησα αυτό το ιστολόγιο (το οποίο, όπως βλέπετε, ανανεώνω πολύ σπάνια), είχα δημιουργήσει μια κατηγορία με τον ως άνω τίτλο. Η ιδέα μού ήρθε όταν, εργαζόμενος σε βιβλιοπωλείο, έφτασαν στα χέρια μου κάποια βιβλία που, σε κανονική περίπτωση, δεν θα τα έβρισκα ποτέ. Πρόκειται, δηλαδή, για βιβλία που σχεδόν δεν κυκλοφορούν στο εμπόριο και αξίζουν μια ιδιαίτερη μνεία. Δεν είναι πολλά, αλλά εν καιρώ θα τα σχολιάσω και θα περιγράψω κάτω από ποιες συνθήκες έφτασαν στα χέρια μου.

Αυτό που θέλω πρώτα-πρώτα να σχολιάσω εδώ είναι κάποιες σκέψεις μου για την εκδοτική παραγωγή εν γένει. Υπόσχομαι ότι θα είμαι σύντομος.

Το φαινόμενο της κυκλοφορίας κακών βιβλίων δεν είναι καινούργιο. Υποπτεύομαι πως, από τότε που εφευρέθηκε η γραφή, όλο και κάποια κακογραμμένα κείμενα θα υπήρχαν· το να αναπολούμε ένα εξιδανικευμένο παρελθόν είναι μάλλον άστοχο. Και το ότι σώθηκαν σχεδόν μόνο αριστουργήματα ίσως να μην είναι τυχαίο (φαντάζομαι πως κάποιοι κριτικοί της εποχής, αγανακτισμένοι από ορισμένα φριχτά βιβλία, αποφάσισαν να τα εξαφανίσουν δια παντός από την Ιστορία και να αφήσουν ως παρακαταθήκη για τις επόμενες γενεές εκείνα που θεωρούσαν αξιανάγνωστα).

Η τυπογραφία έκανε τα πράγματα πιο εύκολα για τους επίδοξους συγγραφείς. Αυτό το ξέρει και το καταλαβαίνει ο καθένας μας. Και φτάνουμε στη σημερινή εποχή, που η εξέλιξη της τεχνολογίας έχει δώσει το βήμα σε όλον τον κόσμο να εκφράσει τις απόψεις του και να εκτονώσει τα συναισθήματά του. Δεν αναφέρομαι στα ιστολόγια, για τα οποία έχουν γραφεί αναλύσεις επί αναλύσεων· αναφέρομαι μονάχα στα τυπωμένα κείμενα, είτε πρόκειται για δημοσιεύσεις σε διάφορα έντυπα (που στη χώρα μας είναι υπεράριθμα) είτε σε ολόκληρα βιβλία (που, επίσης, είναι υπεράριθμα).

Τώρα, λοιπόν, που η διαδικασία παραγωγής ενός βιβλίου είναι πολύ πιο εύκολη υπόθεση απ’ ό,τι στο παρελθόν (όχι και τόσο μακρινό – μια δεκαετία σχεδόν), ο καθένας μπορεί, με μικρό σχετικά κόστος, να εκδώσει ένα βιβλίο και να έχει τη δυνατότητα να διαβαστεί. Έτσι, εκτός από τους συγγραφείς εκείνους που οι εκδοτικές εταιρείες εμπιστεύονται, υπάρχουν κι εκείνοι που έχουν απογοητευτεί από τις συνεχείς απορρίψεις και εξέδωσαν βιβλία ιδίοις αναλώμασιν. Ποια η διαφορά των μεν από τα δε; Από άποψη περιεχομένου συχνά είναι μηδαμινή. Από άποψη αισθητικής (εξώφυλλο, γραμματοσειρά, χαρτί) άλλοτε υπάρχουν τεράστιες διαφορές κι άλλοτε ελάχιστες.

Το βασικό χαρακτηριστικό των καλτ βιβλίων με την όχι και τόσο καλή έννοια είναι η προχειρότητα εκτύπωσης. Είναι εμφανές πως τυπώθηκαν στο πόδι, με φτηνό χαρτί, ψηφιακά (δηλαδή, όχι με το κλασικό δέσιμο δεκαεξασέλιδων με σπάγκο – άρα με αισθητική καλής φωτοτυπίας) και χωρίς υποτυπώδεις διορθώσεις και επιμέλεια κειμένου. Τι σημαίνει αυτό; Πως προφανώς οι συγγραφείς αυτών των βιβλίων θεωρούν τα κείμενά τους έτοιμα για κατανάλωση και πως δεν έχουν να ζηλέψουν τίποτε από καταξιωμένους συναδέλφους τους. Ή, από την άλλη μεριά, έχουν τέτοιο διακαή πόθο να δουν τα γραπτά τους σε έντυπη μορφή ώστε κάθε τι άλλο τούς φαίνεται λεπτομέρεια που δεν αξίζει τον κόπο κανείς να ασχοληθεί.

Έτσι, έχουμε ορισμένα τραγελαφικά αποτελέσματα, που ένα ώριμο γούστο θα απέρριπτε αυτοστιγμεί. Αλλά όσοι από εμάς έχουμε τη διάθεση να πειραματιστούμε (ή – γιατί όχι; – να αυτοτιμωρηθούμε εν είδει μαζοχισμού) μπορεί και να τα λατρέψουμε. Υπενθυμίζω πως το περιεχόμενο τέτοιων βιβλίων αρκετά συχνά δεν έχει διαφορά από άλλα του ευρέος εμπορίου, παρ’ εκτός την επιμέλεια, τις διορθώσεις και το πλασάρισμα από τους εκδοτικούς οίκους. Ξέρουμε πολύ καλά πως κυκλοφορούν επισήμως πάρα πολλά κακογραμμένα βιβλία που, σε άλλες εποχές, δεν θα είχαν τη δυνατότητα να κυκλοφορήσουν. Δεν θα ξεχάσω τη φίλη μου τη Μάντυ, όταν διάβασε το τυπογραφικό δοκίμιο ενός αισθηματικού μυθιστορήματος και μού είπε πως το βρήκε αφελές και πως δεν θα έχει επιτυχία. Φευ! Οι προβλέψεις της βγήκαν απόλυτα εκτός, αφού, λίγους μόνον μήνες αργότερα, το εν λόγω βιβλίο έγινε παγκόσμιο εκδοτικό γεγονός. Κι αυτό νομίζω πως λέει πολλά.

ΥΓ. Ξέρω τώρα πως ψήνεστε να μάθετε ποιο είναι το υπερεπιτυχημένο μυθιστόρημα. Λυπάμαι, αλλά δεν θα το αποκαλύψω. Άλλωστε, σίγουρα θα έχετε διαβάσει κι εσείς τουλάχιστον ένα ευπώλητο μυθιστόρημα που το βρήκατε κακογραμμένο κι απορήσατε πώς έκανε τέτοιες πωλήσεις. Θα επανέλθω!